copy

 


Η Ιστορία Των Μουσικών Οργάνων

 

http://soc-arksrv3.aegean.gr/music/instruments_thumbs/Bouzouki.jpgΤο Μπουζούκι είναι λαουτοειδές έγχορδο (χορδόφωνο) μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο αντηχείο (σκάφος) από επιμήκεις ξύλινες λουρίδες και μακρύ βραχίονα με κλειδιά στην άκρη για το χόρδισμα (κούρδισμα). Κατά μήκος του βραχίονα υπάρχουν λεπτά μεταλλικά ελάσματα, κάθετα προς την κατεύθυνση του βραχίονα, που σφηνώνονται σε μία λεπτή σχισμή και λέγονται τάστα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση του ημιτόνιου. Διαθέτει τρεις ή τέσσερις διπλές, και σε ορισμένες περιπτώσεις μονές, χορδές. Οι μουσικοί χρησιμοποιούν πένα. Το τρίχορδο Μπουζούκι φέρει τρία ζεύγη μεταλλικών χορδών κουρδισμένες ανά ζεύγος σε τόνους Ρε - Λα - Ρε, ενώ το τετράχορδο τέσσερα ζεύγη που κουρδίζονται Ντο - Φα - Λα - Ρε. Παλιότερα, στην Ανατολία (Μικρά Ασία και γενικότερη επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας), τα κουρδίσματα (ντουζένια) άλλαζαν ανάλογα με το μουσικό δρόμο (μακάμ) της εκτελούμενης μελωδίας. Η συγκεκριμένη τεχνοτροπία διατηρήθηκε μέχρι το Μεσοπόλεμο και χάθηκε σταδιακά, οριστικά δε με την μετατροπή του μπουζουκιού σε τετράχορδο (οκτάχορδο). Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι το Μπουζούκι προέρχεται από την οθωμανική μουσική παράδοση. Άλλοι όμως, δέχονται ότι μόνο η ονομασία είναι οθωμανικής προέλευσης, ενώ θεωρούν το όργανο ένα είδος μετεξέλιξης της αρχαιοελληνικής Πανδούρας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το όργανο πέρασε από τους αρχαίους Έλληνες στους Βυζαντινούς και διατηρήθηκε στην οθωμανική περίοδο, ενώ στη συνέχεια συνδέθηκε συστηματικά και με την ελληνική μουσική παράδοση. Ορισμένες παραλλαγές που αναφέρονται είναι οι ακόλουθες: Πανδούρα ή Πανδουρίδα, Τρίχορδον, Σάζι, Ταμπουράς, Θαμπούρα, Ταμπούριν και Μπουζούκι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συνεκδοχές ομοειδών μουσικών οργάνων που ανήκουν στην οικογένεια του Ταμπουρά (Πανδουρίδος). Η χρήση του Μπουζουκιού στην Ελλάδα ανιχνεύεται από τις αρχές του 19ου αιώνα. Ο Μακεδόνας στρατηγός του ’21, Νικόλαος Κασομούλης αναφέρει στα Στρατιωτικά Ενθυμήματα του, όπως τα ανθολόγησε ο Ηλίας Βολιότης - Καπετανάκης: «…Ἐγὼ λαλοῦσα τὸ μπουζούκι λεγόμενον, ὁ Χρίστος τὸν ταμπουρᾶν μὲ δυὸ τέλια, ὁ Σπύρος Μήλου τὸ φλάουτο, ἄλλοι, ἄλλα ὄργανα εὐμετακόμιστα, μπουλγάρια καὶ ρεμπάπια». Σε άλλο σημείο αναφέρεται σε «…ἕνα γλέντι τὴν Κυριακή του Πάσχα τοῦ 1822: Ὁ Γεωργούλας Παλαιογιάννης (ἑκατόνταρχος τῆς χιλιαρχίας) λαλοῦσεν πολλὰ γλυκὰ τὸν βαγλαμᾶν, ὁ Παλαιοκώστας τὸ βουζούκι καὶ ἄλλοι (τῆς χιλιαρχίας κατώτεροι ἀξιωματικοί) μὲ λιουγκάρια καὶ ἰκετέλια, ἀκολουθοῦντες αὐτούς, προξενοῦσαν τὴν μεγαλύτερην ἡδονὴ στοὺς Ἕλληνες συναδέλφους τῶν». Σύμφωνα με μια άλλη αναφορά, «Ἡ Ἀκρόπολις (15 Ἰουλίου 1888) κάνει λόγο γιὰ ἕναν Ἀνατολίτη μὲ ἐρυθρὸ φεσάκι, ὁ ὁποῖος παίζει σὲ μία ἀπὸ τὶς μάντρες τῆς ὁδοῦ 3ης Σεπτεβρίου, κοντὰ τὸν σιδηρόδρομο τῆς Ἀττικῆς: “Κρατῶν τὸ μπουτζούκι του, ψάλλει, μὲ φωνὴν ὑποτρέμουσαν ἀλλὰ μελαγχολικήν, διάφορα ἀνατολικὰ ἄσματα μὲ τόσον πόθον, μὲ τόσην δόσιν μελαγχολίας, ὥστε ἕκαστος τόνος τῆς φωνῆς του καὶ τοῦ ταμπουρὰ τοῦ εἰσδύει βαθέως εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀκροατοῦ”…Τὴν ἴδια ἐποχὴ ἕνας φοβερὸς τύπος τῆς Ἀθήνας, ὁ κουρέας τῆς πλατείας Ὁμόνοιας Πανάγος Μελισιώτης (1854-1904), ὁ περίφημος “ἄψε-σβῆσε” -τὸ προσωνύμιο ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ μαγαζιοῦ του, χορευτής, τραγουδιστῆς, συγγραφέας δραματικῶν εἰδυλλίων καὶ προπαντὸς διάσημος γλεντζές, τριγυρνᾶ στὶς ταβέρνες ἀλλὰ καὶ στὰ θέατρα, ὅπου διαδραματίζονται σκηνὲς σὲ κλέφτικα λημέρια…”Ἀναδίδων λιγεῖς τόνους ἀπὸ τὸ μπουζούκι του, ἐνεφανίζετο αἴφνης ἐπὶ τῆς σκηνῆς, ἐρασιτέχνης ἠθοποιός, μὲ φέρμελη, μὲ τσαπράζια, μὲ βλαχόκαλτσαις, ἀρειμάνιος, κρούων ἠδύτατα τὸ μπουζούκι του, ἄδων περιπαθῶς τὰ κλέφτικα τραγούδια τῶν βουνῶν, χορεύων ὡς λεβέντης”...». Άλλη αναφορά, εστιάζεται σε «…Ένα ἀρθρίδιο, ἐξόχως ἀποκαλυπτικό του κλίματος τῆς ἐποχῆς [που] δημοσιεύεται στὸ Τριφυλλιακὸν Ἡμερολόγιον (1908), μὲ τίτλο «Τὸ μπουζούκι» καὶ μὲ ὑπογραφὴ Χ.Φ. Ἀναφέρεται στὸν “ἰδιοφυοῦς ἱκανότητας”, “μοναδικό”, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ, μπουζουξὴ Λυκοῦργο Τζανέα, τὸν ὁποῖο οἱ Τριφύλλιοι καὶ κατεξοχὴν οἱ κάτοικοι τῶν Γαργαλιάνων ἐγκωμιάζουν μὲ πρώτη εὐκαιρία. “ …Τί εἶναι τὸ μπουζούκι του; ...Δὲν εἶναι ὁ κουτσαβάκης ἐκεῖνος τῶν μουσικῶν ὀργάνων ποὺ παίρνει τὸ ἀμὰν ἀμὰν διαλαλῶν τὴν δόξαν τὴν βακχέβαχον σβραχνοσυναχωμένος πάντοτε... ἀπὸ παννυχίους μπατινάδες. Τὸ μπουζούκι τοῦτο ἐξευγενίσθη καὶ προώδευσεν εἰς τᾶς χείρας τοῦ κυρίου Τζανέα τοσούτον, ὥστε εὐλόγως πλέον νὰ μὴν ἀναγνωρίζεται... μὲ ὄλον τὸ ἄχαρι ὄνομα τῆς φυλῆς... τῶν προγόνων του, τῶν ἀγρίων Τζίγκ-Τζὰγκ τῶν ὁποίων διετήρησε εἰσέτι τὸν ἀρχέγονον ὁπλισμὸν καὶ τᾶς χορδᾶς τῶν βαρβάρων ἀδελφῶν του”. Τὸ μπουζούκι στὰ χέρια τοῦ Τζανέα “ἀφήνει τόνους ἐξόχως ἁρμονικοὺς διὰ νὰ μὴν εἴπω ὅτι στενάζει, κελαηδεῖ, ὀργίζεται καὶ ὁμιλεῖ ὡς ἔμψυχον”». Στη δεκαετία του 1920 το Μπουζούκι κατέχει τον πρωτεύοντα ρόλο. Στα 1935 σχηματίσθηκε η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία με τρία Μπουζούκια κι ένα Μπαγλαμά. Στην κομπανία συμμετείχαν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Ανέστης Δελιάς που έπαιζαν Μπουζούκια, καθώς και ο Γιώργος Μπάτης που έπαιζε Μπαγλαμά. Το ρεμπέτικο ταυτίστηκε με το Μπουζούκι και το όργανο αυτό τελειοποιήθηκε και αξιοποιήθηκε στα χέρια μεγάλων εκτελεστών, ανάμεσα στους οποίους ήταν οι Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Χιώτης, Μητσάκης και πολλοί άλλοι. Η μεγάλη αλλαγή στη μορφή αλλά και στην τεχνική του Μπουζουκιού, οφείλεται στον Μανόλη Χιώτη, που εισήγαγε το τετράχορδο Μπουζούκι στη δεκαετία του 1950.

http://soc-arksrv3.aegean.gr/music/instruments_thumbs/Tzouras.jpgΟ Τζουράς είναι ένα μακρύλαιμο νυκτό έγχορδο όργανο, που προέρχεται από το Μπουζούκι. Είναι οκτάχορδος ή εξάχορδος, έχει μανίκι και κεφαλάρι Μπουζουκιού, αλλά μικρότερο σκάφος, περίπου διπλάσιο από του Μπαγλαμά. Ο ήχος του είναι πιο βαθύς, επειδή ο λαιμός και το καπάκι είναι μικρότερα από αυτά του Μπουζουκιού. Κουρδίζεται σε Ρε-Λα-Ρε, ενώ ο μικρότερος τζουράς σε Σολ-Ρε-Σολ. Κατασκευάζεται από τα ίδια υλικά και με παρόμοιες τεχνικές με αυτές του μπουζουκιού. Χρονολογικά είναι μεταγενέστερος από τον Μπαγλαμά, ενώ ο οκτάχορδος πιο πρόσφατος και σπάνια χρησιμοποιείται. Ο ήχος του Τζουρά θυμίζει Μπουζούκι αλλά έχει τη δική του ιδιαίτερη χροιά, με αποτέλεσμα να έχει κατακτήσει σήμερα ξεχωριστή θέση στην ελληνική λαϊκή ορχήστρα.

http://soc-arksrv3.aegean.gr/music/instruments_thumbs/Baglamas.jpg Ο Μπαγλαμάς είναι ένα μικρό και μακρόλαιμο νυκτό έγχορδο όργανο, που προσομοιάζει με το Μπουζούκι. Είναι συνήθως εξάχορδος (τρεις διπλές χορδές) και κατασκευάζεται από τα ίδια υλικά και με παρόμοιες τεχνικές με αυτές του Μπουζουκιού. Δημιουργήθηκε όταν οι ρεμπέτες ήταν κυνηγημένοι από τις αρχές και η μουσική τους απαγορευμένη. Το μέγεθος του Μπαγλαμά είναι μικρό, έτσι ώστε να χωράει κάτω από το σακάκι του ρεμπέτη, ενώ μπορούσε να τον παίρνει μαζί του, ακόμα και στη φυλακή. Λέγεται μάλιστα, χωρίς να υπάρχει γραπτή αναφορά, ότι κατασκευάστηκε μέσα στη φυλακή από τους ρεμπέτες. Έχει λεπτό ήχο και οξύ, ενώ κουρδίζεται ακριβώς όπως το τρίχορδο μπουζούκι (ρε, λα, ρε). Σήμερα χρησιμοποιείται για να δώσει χρώμα, ακρίβεια, διακριτικότητα στον παλλόμενο ήχο και στη σύνθεση.

 

http://soc-arksrv3.aegean.gr/music/instruments_thumbs/Outi.jpg Tο Ούτι χρησιμοποιείται σήμερα «σ’ όλη την Εγγύς και την Μέση Ανατολή…στους Πέρσες, στους Αρμένιους, στους Τούρκους, στους Έλληνες, στους Εβραίους και σε όλο τον Αραβικό και τον υπόλοιπο μουσουλμανικό κόσμο». Η αρχική του μορφή ήταν διαφορετική από τη σύγχρονη. Ιστορικά, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της μουσικής κουλτούρας των Αράβων. Τα έγχορδα όργανα διαδόθηκαν στους Άραβες από τους Πέρσες και τους Βυζαντινούς, μετά την εξάπλωση του Ισλάμ. Είναι πιθανόν ότι σ’ αυτά εντάσσεται και το Ούτι ή κάποια πρόδρομη μορφή του. Αργότερα οι Άραβες το ονόμασαν Al Oud, που σημαίνει στα αραβικά «ξύλο», ή «εύκαμπτο ραβδί». Οι Άραβες διαμόρφωσαν ένα ολόκληρο θεωρητικό σύστημα μουσικής πάνω στο Ούτι, βασισμένο, κατά μεγάλο μέρος, στα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων θεωρητικών, με κύριους συντελεστές τους Ibrahim, Ziryah και Farabi. Μάλιστα, παλαιότερα, οι Άραβες συνθέτες χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά το Ούτι για να ολοκληρώσουν τις δημιουργίες τους. Μετά την αραβική κατάκτηση της σύγχρονης Ισπανίας (8ος -15ος αι. μ. Χ.) η μουσική κουλτούρα που συνδέεται με το συγκεκριμένο όργανο συνέβαλε στη διαμόρφωση της Ανδαλουσιάνικης μουσικής παράδοσης των τσιγγάνων. Πρόκειται για σολιστικό όργανο, ιδανικό για αυτοσχεδιασμούς (ταξίμια) και συνοδεία τραγουδιού. Στα τεχνικά του χαρακτηριστικά συγκαταλέγονται το μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο και το κοντό αλλά φαρδύ μπράτσο που δεν έχει τάστα ή μπερντέδες (χωρίσματα που αντιστοιχούν σε ημιτόνια ή μόρια). Το σχήμα και οι διαστάσεις του οργάνου διαμορφώνονται από τόπο σε τόπο. Στην Αίγυπτο, στη Συρία και σε άλλα αραβικά κράτη έχει μεγάλο σκάφος, στην Τουρκία λίγο μικρότερο και στο Ιράκ οι τρύπες του σκάφους στο καπάκι είναι ανοικτές, χωρίς (διακοσμητικές) ροζέτες. Το Ούτι παλαιοτέρα είχε δύο χορδές, μετά τέσσερις, ενώ κατέληξε να έχει πέντε ή και έξι στη σύγχρονη εκδοχή του. Ο Λιβανέζος μουσικός Farahat Hashem έφτιαξε ένα όργανο με επτά χορδές, το οποίο κάλυπτε τις χαμηλές αλλά και τις ψηλές κλίμακες. Οι χορδές παλιά, ήταν από έντερο και το πλήκτρο ή πένα από φλούδα κερασιάς ή κέρατο ζώου. Σήμερα τόσο οι χορδές, όσο και οι πένες δημιουργούνται από πλαστικές ύλες. Το Ούτι σήμερα είναι διαδομένο σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Από τον 9ο αιώνα συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση της πρακτικής και θεωρητικής μουσικής παράδοσης της Μεσογείου. Το Ούτι είναι ένα από βασικά όργανα της Ανατολής που διαμόρφωσε τις μουσικές κλίμακες (δρόμους) που λέγονται μακάμ. Ένα μακάμ αποτελείται από ένα τετράχορδο και ένα πεντάχορδο μουσικό σχήμα τα οποία εναλλάσσονται. Ο αριθμός των μακάμ είναι αρκετά μεγάλος και διαφέρει από χώρα σε χώρα.

 

http://soc-arksrv3.aegean.gr/music/instruments_thumbs/Laouto.jpgΤο Λαούτο είναι έγχορδο μουσικό όργανο, που στην ελληνική μουσική παράδοση χρησιμοποιείται συχνά σαν συνοδευτικό του Βιολιού, της Λύρας, ή άλλων οργάνων. Συγγενεύει με το Ούτι, αλλά έχει μεγαλύτερο μπράτσο, ισχυρότερο οπλισμό και δεσμούς (μπερντέδες). Κουρδίζεται συνήθως σε Μι -Λα - Ρε - Σολ, από κάτω προς τα πάνω. Το στεριανό λαούτο κουρδίζεται συνήθως σε Λα Ρε Σολ Ντο (4,3,2,1.) Χρησιμοποιείται αρκετά στα νησιά και ιδίως στην Κρήτη, ως συνοδευτικό της κρητικής Λύρας. Συγγενής τύπος λαούτου είναι η Λάβτα, το λεγόμενο Πολίτικο Λαούτο.


http://soc-arksrv3.aegean.gr/music/instruments_thumbs/Kithara.jpgΗ Κιθάρα είναι ένα έγχορδο μουσικό όργανο με έξι συνήθως χορδές. Υπάρχουν επίσης, Κιθάρες με επτά, οκτώ, δέκα, δώδεκα και δεκαοκτώ χορδές. Από το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα αποτελεί ίσως το πιο δημοφιλές και γνωστό όργανο, καθώς χρησιμοποιείται σε μια πληθώρα δημοφιλών μουσικών ρευμάτων: τζαζ, μπλουζ, ροκ και ποπ. Παρόλα αυτά έχει μεγάλη παράδοση και σαν όργανο λόγιας μουσικής με έντονες αναφορές σε εθνικά ιδιώματα και ως σολιστικό όργανο. Στην Ελλάδα, η Κιθάρα εμφανίζεται σε πολλά μουσικά είδη, τόσο σε νεότερα, όσο και στο ρεμπέτικο και στη δημοτική μουσική, συχνά με συνοδευτικό ρόλο. Η Κιθάρα αποτελείται από δύο μέρη, το σώμα και το μπράτσο. Το σώμα είναι πεπλατυσμένο και χρησιμεύει ως αντηχείο. Επάνω στο σώμα στερεώνεται η γέφυρα (ή αλλιώς καβαλάρης) που αποτελεί τη βάση πρόσδεσης των χορδών. Στη συνέχεια οι χορδές τεντώνονται πάνω από την Κιθάρα, μέχρι το σημείο πρόσδεσής τους στα κλειδιά. Το μπράτσο είναι το μακρόστενο μέρος που ενσωματώνει την ταστιέρα, το ζυγό και τα κλειδιά, τα οποία διαθέτουν κοχλία, για το μεγαλύτερο ή μικρότερο τέντωμά τους, ώστε να επιτυγχάνεται το σωστό κούρδισμα. Στις κλασικές Κιθάρες το μπράτσο είναι ενιαίο με την υπόλοιπη κατασκευή, ενώ στους άλλους τύπους (κυρίως στις ηλεκτρικές) μπορεί να είναι και αποσπώμενο. Πάνω στο μπράτσο υπάρχουν τα τάστα, που προσδιορίζουν αποστάσεις ημιτονίων.

http://soc-arksrv3.aegean.gr/music/instruments_thumbs/Mantolino.jpgΤο Μαντολίνο είναι νυκτό έγχορδο όργανο της μεγάλης οικογένειας του Λαούτου. Είναι ιταλικής προέλευσης και δημιουργήθηκε προς το τέλος της Αναγέννησης. Προέρχεται από την Mandola με την οποία ανήκουν στην οικογένεια του Μαντολίνου, όπως άλλωστε ανήκουν το Μαντολοτσέλο και το Μαντολόνε. Το Μαντολίνο είναι πιο πρίμο και το Μαντολόνε πιο μπάσο όργανο. Υπάρχουν και τρία λιγότερο γνωστά είδη Μαντολίνου, το Μπαντζομαντολίνο, το Α-style και το F-style. Στις αρχές του 19ου αιώνα το Μαντολίνο έγινε γνωστό στη Β. Αμερική, όπου προσαρμόστηκε στις ανάγκες της τοπικής μουσικής, οπότε προσέλαβε επίπεδο σχήμα (σαν το Μπάντζο) και ο ήχος του άρχισε να μοιάζει με τον ήχο του Μπάντζου. Το Α-style λέγεται έτσι λόγω του σχήματος του ηχείου του. Είναι επίπεδο. Το F-style μοιάζει πολύ με το Βιολί ως προς το σχήμα, αφού έχει τα ίδια ηχητικά ανοίγματα σε σχήμα f. Το κλασσικό Μαντολίνο, όπως το γνωρίζουν οι περισσότεροι, έχει συνήθως 8 μεταλλικές χορδές, κουρδισμένες ανά ζεύγη. Οι οργανοπαίκτες χρησιμοποιούν πένα.

http://soc-arksrv3.aegean.gr/music/instruments_thumbs/Sazi.jpgTο Σάζι  πιθανολογείται ότι συνδέεται με την αρχαία Πανδουρίδα. Μάλιστα ένα αντίστοιχο μουσικό όργανο αναφέρεται στη σχολή του Πυθαγόρα, ενώ καταγράφεται στον ελλαδικό χώρο τουλάχιστον από τον 4ο αιώνα π.Χ., σύμφωνα με ενδείξεις από ανάγλυφο της Μαντινείας. Η ονομασία «Σάζι» (saz) είναι μάλλον τουρκική. Τα όργανα τύπου saz έχουν ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα: μακρύ λαιμό, τρεις ατσάλινες χορδές, μετακινούμενοι μπερντέδες (χωρίσματα που προσδιορίζουν ημιτόνια ή μόρια), παλιότερα από έντερο και στη σύγχρονη εποχή από πλαστικό και αμυγδαλωτό σχήμα σκάφους. Τα συγκεκριμένα γνωρίσματα οριοθετούν μία μεγάλη οικογένεια οργάνων, η οποία περιλαμβάνει όλα τα είδη Λαούτου με μακρύ λαιμό. Κατά το πέρασμα των χρόνων τα χαρακτηριστικά σχεδιασμού μεταλλάχθηκαν, ενώ σημαντική αλλαγή αποτελεί το γεγονός ότι οι παλιές «καμπύλες» τείνουν σε μια πιο επίπεδη μορφή. Πιθανολογείται ότι η χρήση του διαδόθηκε μεταξύ των Αράβων υπό την επίδραση της βυζαντινής μουσικής κουλτούρας, ενώ, στη συνέχεια, ενσωματώθηκε στην οθωμανική μουσική κουλτούρα. Το κούρδισμα των διαφόρων τύπων saz δεν καθορίζεται από σταθερούς κανόνες. Είναι ωστόσο συνηθισμένο το κούρδισμα σε Σολ - Ρε - Λα. Συχνά κάθε μουσικός κουρδίζει το όργανο του ανάλογα με το «δρόμο» που παίζει (τα λεγόμενα μακάμια, maqam) και τη φωνή του τραγουδιστή. Έτσι άλλα κουρδίσματα είναι Μι - Ρε - Λα, Σολ - Ρε - Σολ, Λα - Ρε - Λα, κ.ά. Η τεχνική παιξίματος διαφέρει, ωστόσο η πιο αποδεκτή, είναι το χτύπημα των χορδών με το δεξί χέρι που παρακολουθεί το ρυθμό της μελωδίας, ενώ το αριστερό χέρι πατά στις χορδές. Στις αρχές του 20ου αιώνα στη Μικρά Ασία, αντικατέστησαν τις χορδές με ατσάλινες, παρόμοιες με αυτές του Μπουζουκιού, του Μαντολίνου και της ακουστικής Κιθάρας. Σημαντική αλλαγή επίσης, υπήρξε η εξάλειψη των μορίων και η προσαρμογή του νέου οργάνου στη Δυτικοευρωπαϊκή χρωματική κλίμακα. Στη δεκαετία του 1920 το σχήμα του Σαζιού προσομοιάζει με αυτό του Μαντολίνου. Ακόμη καθιερώθηκε το κούρδισμα σε Ρε - Λα - Ρε, όπου η τρίτη χορδή ήταν κουρδισμένη σε διπλή οκτάβα, ενώ οι άλλες δύο σε ταυτοφωνία. Η συνέχεια αυτής της εξέλιξης οδήγησε σε παραλλαγές οργάνων τύπου saz, ενώ σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, ακόμα και στην γέννηση του Μπουζουκιού, του Μπαγλαμά και του Τζουρά.

 


Home Επικοινωνία